Πυρετός στην άσφαλτο

 

Δεν πήγα εκεί που ήθελα

πήγα εκεί που έπρεπε…

 

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΤΑΙΕΙ ΑΥΤΗ Η ΑΥΣΤΗΡΗ, sans serif γραμματοσειρά των τίτλων… ίσως το περιπολικό της Αστυνομίας Πόλεων που τριγυρνάει στους δρόμους της Αθήνας το ’67… μπορεί πάλι να φταίει αυτό το μουσικό χαλί του Μίμη Πλέσσα που εναλλάσσεται από τα κρουστά της δράσης σε μια εμπνευσμένη μελωδία ψυχογράφησης… σίγουρα φταίνε αυτά τα κοντινά πλάνα 

του Δημόπουλου πάνω στο σκαμμένο πρόσωπο του Φούντα που δεν χρειάζεται καμιά προσπάθεια για να σου μεταδώσει ένα συναίσθημα, ακόμα, την απουσία συναισθήματος… πολύ λιγότερο θα πρέπει να είναι το σενάριο του Φώσκολου… οι χαρακτήρες πάντοτε γιγαντιαίοι, καταραμένοι, με υπόσκαφα βιώματα που παλεύουν να ρίξουν ‘ορόφους’ στο παρόν αλλά έχουν πάντα τη σπηλαιώδη αντήχηση του χτες…

Σήμερα πιστεύω πως είναι περισσότερο απ’όλα αυτός ο ρυθμός… ένας συνεχής road movie ρυθμός που δεν σε αφήνει να σταθείς πάνω σε τίποτα και σε κανένα… και η κινηματογράφηση, η φωτογραφική απεικόνιση του μεγάλου Γιώργου Αρβανίτη… αυτό το μαυρόασπρο που έχει μια σταχτί, σχεδόν νεκρώσιμη μεγαλοσύνη μέσα στο γενικότερο ασπρόμαυρο μιας Αθήνας που υποφωτίζεται ή παλεύει να ανδρωθεί μέσα από τα πολυώροφα κτήρια και τους ‘μοντέρνους’ αυτοκινητόδρομους…

Ο αρχιφύλακας Μέρκος είναι καταραμένος… από τα παιδικά του χρόνια… κατοχή, πόλεμος, θανατικό… δεν γίνεται αλλιώς… τέκνο της γραφίδας του Φώσκολου, αυθεντικό και γνήσιο… ‘εκείνη η φοβερή νύχτα’ φταίει για όλα… Η κατάρα ξυπνάει… και ο ήρωας πάντα στον κόμβο ενός Υ… αριστερά η καρδιά, δεξιά το καθήκον… Η γυναίκα του (Τζένη Ρουσσέα) γεννάει αλλά υπάρχουν επιπλοκές… εκλαμψία… φόβος και τρόμος… και ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι καθώς χρειάζεται αίμα… Μηδέν ρέζους αρνητικό… ‘ζήτημα αν θα βρείτε μια σταγόνα σε όλη την Αθήνα’…

Κι άλλο ένα Υ…  ο επικίνδυνος ψυχοπαθής Φαίδων Γεωργίτσης το σκάει από το Δαφνί και περιφέρεται στους μαύρους δρόμους της πρωτεύουσας… άλλος ένας φτωχοδιάβολος που τον  παίρνει στο κατόπι ο πόλεμος, ο σκοτωμένος του πατέρας … δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τραύματα… η κοινωνία τον έχει ρίξει στο περιθώριο ενώ εκείνος είναι ευαίσθητος, εύθραυστος… οι απόλυτες σχηματοποιήσεις που πάντα αγαπούσε ο Φώσκολος διαιρούν πάντα τον κόσμο και όλα εν αυτώ σε άσπρα και μαύρα πιόνια σε μια σκακιέρα… 

Ο ‘τρελός’ έχει αρπάξει ένα λεωφορείο με παιδάκια και το οδηγεί στο πουθενά… ο Μέρκος έχει αρπάξει μια φιάλη πανάκριβο αίμα από τον μικροκακοποιό Καλογήρου, έστω και με το ζόρι και παλεύει να προλάβει το χρόνο και το θάνατο… άλλο ένα Υ… η κοινωνία τον χρειάζεται, η γυ

ναίκα του τον περιμένει… ‘Τα παιδιά του κόσμου’ αγωνιούν, η γυναίκα του κινδυνεύει να καταλήξει μαζί με το αγέννητο σπλάχνο τους… τα τρομερά διλήμματα της Φίνος Φιλμ, του Φώσκολου και του Δημόπουλου που σκηνοθετεί με δύναμη, με συνεχή ζουμ-ιν και ζουμ-άουτ… ‘τον πηγαίνει’ το σενάριο, τα ‘τικ’ του Φούντα, η αθηναϊκή νύχτα, ασπρόμαυρη κι αυτή, οι διάδρομοι νοσοκομείων, κλινικών και η άσφαλτος… αυτή 

πεισματικά μαύρη κάνει ένα θαυμάσιο κοντράστ με το περιπολικό Α610…

 
 

‘Αργήσαμε κ. Μέρκο… αργήσαμε όλοι μας’ ανακοινώνει σκυθρωπός ο χειρουργός (Έξαρχος) στον συντετριμμένο Φούντα που διαπιστώνει πως ναι μεν έκανε το καθήκον του αλλά δεν ήταν αρκετό… ‘Η πολιτεία δεν ξέχασε’ αλλά η μοίρα τον ξέχασε κι εκείνον και την αφανισμένη γυναίκα του που δεν θα έχει καμιά ευκαιρία πλέον να δοκιμάσει ξανά για ένα παιδί…

 

Θα πρέπει να φταίει αυτό το χειρουργικό λευκό που με το χρόνο γίνεται υπόλευκο, γκρίζο, χλομιάζει αλλά αρνείται 

να παραιτηθεί, να το βάλει κάτω, να σβήσει… ίσως οι αναφορές σε ένα παρελθόν, σε μια αποτύπωση, σε ένα κόσμο αναμνήσεων, σε μια ζωτική ανάγκη επανασύνδεσης με μια αλήθεια που υπήρχε πριν από μένα… κι όμως, βλέποντας ξανά κάποιες τέτοιες ταινίες, αναρωτιέμαι για το φως, το εσωτερικό φως των ηρώων που τους οδηγεί να πάνε όχι εκεί που ήθελαν αλλά εκεί που έπρεπε…